Η ΚΟΙΝΗ ΓΝΩΜΗ ΕΠΗΡΕΑΖΕΤΑΙ ΑΠΟ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΟΥΝ ΤΟ ΘΕΜΑ
Της Μπαρμπιλένας Τριανταφύλλου
Το έχετε παρατηρήσει; Υπάρχει κάτι παράξενο στον δημόσιο διάλογο για τους Ρομά στην Ελλάδα: Συχνά διεξάγεται από ανθρώπους που δεν έχουν σχεδόν καμία καθημερινή επαφή μαζί τους. Είναι πολλές φορές οι ίδιοι άνθρωποι που, όταν τους λες ότι μένεις στα Άνω Λιόσια ή στο Μενίδι, αντιδρούν σαν να τους περιγράφεις μια περιοχή εκτός κανονικότητας. Που σε ρωτάνε αν κυκλοφορείς με κράνος και τα λοιπά και τα λοιπά. Κι όμως, όταν οι κάτοικοι των Λιοσίων και άλλων «ζόρικων» περιοχών μιλάμε για όσα βιώνουμε, η συζήτηση πολύ εύκολα κλείνει με τη λέξη «ρατσισμός».
Πρόσφατα δημοσιεύτηκε η καταγγελία οικογένειας 12χρονης στον Πύργο, σύμφωνα με την οποία τέσσερις γυναίκες Ρομά φέρονται να έστησαν ενέδρα στην ανήλικη και να την απείλησαν με τη ζωή της. Δεν γνωρίζω τι ακριβώς συνέβη και, όπως σε κάθε τέτοια υπόθεση, αυτό είναι δουλειά της Δικαιοσύνης να το εξακριβώσει.
Αυτό που γνωρίζω, όμως, είναι πόσο διαφορετικά προσλαμβάνει τέτοιες ειδήσεις κάποιος που συνυπάρχει με πληθυσμούς Ρομά. Μένω ανάμεσα στα Άνω Λιόσια και τις Αχαρνές. Κοντά στο σπίτι μου υπάρχουν εδώ και χρόνια μεγάλες κοινότητες Ρομά. Οι εμπειρίες που έχω αποκτήσει εγώ, οι γείτονές μου και πολλοί άνθρωποι με τους οποίους μεγάλωσα δεν προέρχονται από δελτία ειδήσεων αλλά από την καθημερινή συνύπαρξη. Και αυτή η συνύπαρξη δεν είναι εύκολη. Το πρόβλημα είναι ότι στην Ελλάδα δυσκολευόμαστε να κρατήσουμε δύο σκέψεις στο μυαλό μας ταυτόχρονα. Η πρώτη είναι ότι ναι μεν οι Ρομά αποτελούν έναν πληθυσμό που ιστορικά έχει αντιμετωπίσει σοβαρές διακρίσεις, φτώχεια, προβλήματα πρόσβασης στην εκπαίδευση.
Η δεύτερη είναι ότι οι κάτοικοι περιοχών όπου το κράτος έχει αφήσει επί δεκαετίες να συσσωρεύονται παραβατικότητα, πολεοδομική αυθαιρεσία, ακραία ηχορύπανση, προβλήματα καθαριότητας και ασφάλειας έχουν επίσης δικαίωμα να μιλούν γι’ αυτά χωρίς να αντιμετωπίζονται αυτομάτως ως ρατσιστές. Γιατί πρέπει σώνει και ντε αυτά τα δύο να αλληλοαναιρούνται;
Όποιος χρησιμοποιεί καθημερινά τον Προαστιακό ή άλλες συγκοινωνίες της Δυτικής Αττικής γνωρίζει ότι υπάρχουν προβλήματα τα οποία δεν είναι θεωρητικά. Όποιος έχει εργαστεί σε κατάστημα λιανικής σε ορισμένες από αυτές τις περιοχές γνωρίζει επίσης ότι το ζήτημα των κλοπών μπορεί να αποτελεί πραγματικό και επαναλαμβανόμενο πρόβλημα. Όποιος έχει ζήσει δίπλα σε χώρο όπου διοργανώνονται γλέντια με μουσική μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες γνωρίζει τι σημαίνει να μην μπορεί να κοιμηθεί ένα βράδυ καθημερινής. Όποιος φοβάται να σταματήσει σε συγκεκριμένα σημεία αργά το βράδυ ή έχει υπάρξει θύμα ληστείας δεν παύει να έχει αυτή την εμπειρία επειδή ο δράστης μπορεί να προέρχεται από μια κοινωνικά ευάλωτη ομάδα.
Οκέι η φάση με την κοινωνική ευαλωτότητα, αλλά δεν αποτελεί ούτε συλλογική αθώωση ούτε εξαίρεση από τους κανόνες. Η φτώχεια ερμηνεύει κοινωνικά φαινόμενα αλλά δεν τα νομιμοποιεί. Ο αποκλεισμός μπορεί να βοηθήσει να καταλάβουμε γιατί εμφανίζεται μεγαλύτερη παραβατικότητα σε συγκεκριμένα κοινωνικά περιβάλλοντα. Δεν σημαίνει ότι ο άνθρωπος που υφίσταται μια κλοπή, μια επίθεση, συνεχή ηχορύπανση ή καταστροφή της δημόσιας περιουσίας είναι υποχρεωμένος να το αντιμετωπίσει όλο αυτό ως κοινωνιολογικό πείραμα.
Disclaimer: Το ότι ένας δράστης είναι Ρομά δεν σημαίνει ότι η πράξη του χαρακτηρίζει τους Ρομά συνολικά. Ούτε θα είχε νόημα να φορτώσουμε σε έναν μαθητή, έναν εργαζόμενο ή μια οικογένεια Ρομά εγκλήματα ανθρώπων με τους οποίους το μόνο κοινό τους στοιχείο είναι η εθνοτική τους ταυτότητα.
Από την άλλη, όμως, το ίδιο προβληματικό είναι να αρνούμαστε να συζητήσουμε κοινωνικά προβλήματα επειδή οι άνθρωποι που εμπλέκονται σε αυτά ανήκουν σε μια μειονότητα. Αν σε μια περιοχή υπάρχουν συστηματικά προβλήματα παραβατικότητας, εγκατάλειψης του δημόσιου χώρου, σχολικής διαρροής, παράνομης οικονομικής δραστηριότητας ή συγκρούσεων με κατοίκους, αυτά πρέπει να μελετηθούν και να αντιμετωπιστούν. Όχι να κρυφτούν για να μη χαλάσει το τάχα ανθρωπιστικό αφήγημά μας.
Κι ενώ το μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης ανήκει στο κράτος, ποιος είναι τελικά «ευάλωτος»;
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία για τους πληθυσμούς Ρομά στην Ελλάδα, σημαντικές κοινότητες βρίσκονται μεταξύ άλλων σε περιοχές της Δυτικής Αττικής, όπως οι Αχαρνές, το Ζεφύρι και ο Ασπρόπυργος. Είναι εύκολο, επομένως, από μια περιοχή όπου το ζήτημα είναι σχεδόν αόρατο, να μιλά κανείς αποκλειστικά με τη γλώσσα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν λειτουργούν μονόδρομα.
Δικαίωμα είναι να μη σε απορρίπτουν από μια δουλειά επειδή είσαι Ρομά. Δικαίωμα είναι όμως και να μπορείς να κοιμηθείς στο σπίτι σου και να χρησιμοποιείς μια δημόσια συγκοινωνία με αξιοπρέπεια και ασφάλεια.
Δικαίωμα είναι ένα παιδί Ρομά να πηγαίνει σε σχολείο που δεν το περιθωριοποιεί. Δικαίωμα είναι και ένα άλλο παιδί να πηγαίνει στο ίδιο σχολείο χωρίς να φοβάται ότι θα πέσει θύμα βίας. Αυτό ακριβώς σημαίνει κράτος δικαίου: Οι ίδιοι κανόνες, η ίδια προστασία και οι ίδιες υποχρεώσεις για όλους.
Είναι ελιτίστικο ο όρος «ευάλωτη κοινωνική ομάδα» να χρησιμοποιείται για να τελειώνει εκεί κάθε συζήτηση. Οι Ρομά μπορούν ταυτόχρονα να είναι ευάλωτοι απέναντι στις διακρίσεις και οι κάτοικοι περιοχών με προβλήματα παραβατικότητας να είναι επίσης ευάλωτοι απέναντι στην ανασφάλεια και την κρατική αδράνεια. Η αναγνώριση του ενός δεν απαιτεί την άρνηση του άλλου.
Η Μπαρμπιλένα Τριανταφύλλου είναι δημοσιογράφος-μέλος της ΕΣΗΕΑ και απόφοιτη του Τμήματος Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας του Πανεπιστημίου Αθηνών



























