Όταν η Πολιτεία κάνει τα στραβά μάτια στις τσιγγανοκρατούμενες συνοικίες...

AΡΓΥΡΗΣ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ
ΤΟΥ ΑΡΓΥΡΗ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

Ολοένα και πιο συχνά οι τσιγγάνοι βγαίνουν στους δρόμους. Στο Ζεφύρι είναι καθημερινό φαινόμενο από χρόνια. Μάλιστα τα απογεύματα διακόπτεται η αστική συγκοινωνία, επειδή οι εργαζόμενοι στην ΕΘΕΛ (και πολύ σωστά κάνουν), δεν διακινδυνεύουν τη ζωή τους, επειδή οι τσιγγάνοι έχουν, επανειλημμένα βιαιοπραγήσει σε βάρος τους και σε βάρος του επιβατικού κοινού.
  Στα Άνω Λιόσια τα μπλόκα στήθηκαν το 2008,  στο «Δεκέμβρη του Αλέξη», από Ζεφυριώτες, ως επί το πλείστον, τσιγγάνους. Έκτοτε η κατάσταση είναι υπό έλεγχο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι υπάρχουν περιθώρια για εφησυχασμό.
Στο Μενίδι τέτοιες συμπεριφορές δεν είχαν παρατηρηθεί. Όλα όμως δείχνουν ότι, όπως συνέβη και στο Ζεφύρι, μια ομάδα νεαρών τσιγγάνων άρχισε την επαναστατική γυμναστική, την οποία λόγω της γνωστής ατιμωρησίας, θα επαναλάβει, με την πρώτη ευκαιρία.
Φυσικά τα μπλόκα και οι βιαιοπραγίες δεν είναι τα μοναδικά δείγματα της αντικοινωνικής συμπεριφοράς των τσιγγάνων. Σε καθημερινή βάση, οι τσιγγάνοι διοργανώνουν αυτοσχέδιους αγώνες αυτοκινήτων, η αγώνες επιδεξιότητας. Οι πυροβολισμοί αποτελούν αναγκαίο συμπλήρωμα των ολονύκτιων γλεντιών με τη μουσική στη διαπασών και οι υγιεινομικές παραβάσεις που θέτουν σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία είναι ο κανόνας και όχι η εξαίρεση.Το κερασάκι στην τούρτα συμπληρώνουν οι κλοπές, οι απάτες, η επαιτεία και γενικά κάθε μορφή παραβατικότητας που παραπέμπει στον εύκολο πλουτισμό.
Όλα αυτά δε γίνονται εν κρυπτώ, αλλά στο φως της μέρας. Μάλιστα το διαδίκτυο βρίθει από βιντεοταινίες με τα κατορθώματα των τσιγγάνων. Αγώνες ντριφτ στο γήπεδο του Ζεφυρίου, αγώνες με σμαρτάκια στα Άνω Λιόσια και στην Αυλίζα. Υπάρχουν ακόμα βιντεάκια  τσιγγάνων που  όχι μόνο οπλοφορούν, αλλά  κάνουν, δημοσίως, χρήση όπλων.
Όλα αυτά συνιστούν βαριές περιπτώσεις παραβατικότητας. Όμως η βαρύτερη όλων και πιο απαράδεκτη, κοινωνικά, είναι η διακίνηση ναρκωτικών. Κι είναι αλήθεια ότι, πλέον, οι τσιγγάνοι ελέγχουν ένα μεγάλο μερίδιο της αγοράς των ναρκωτικών. Τόσο μεγάλο που να μπορεί κανείς να υποστηρίξει βάσιμα, ότι το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού των τσιγγάνων που κατοικούν στην ευρύτερη περιοχή βιοπορίζεται από το εμπόριο ναρκωτικών.
Το εμπόριο των ναρκωτικών και δευτερευόντως των όπλων, απειλεί να αλλάξει τα κοινωνικά δεδομένα. Ολοένα και λιγότεροι τσιγγάνοι ασχολούνται με το πλανόδιο εμπόριο ή τις γεωργικές εργασίες. Έχουν επίσης εξαφανισθεί τα παραδοσιακά τσιγγάνικα επαγγέλματα του καρεκλά, του σιδερά και  του πεταλωτή. Ελάχιστοι επίσης τσιγγάνοι ασχολούνται πλέον με την παραδοσιακή μουσική. Έτσι κινδυνεύουν να χάσουν την πολιτιστική τους ταυτότητα, αν δεν την έχουν ήδη χάσει.
Το ιδανικό στην τσιγγάνικη κοινωνία είναι το κυνήγι του εύκολου κέρδους που εξασφαλίζει η διακίνηση των ναρκωτικών.Τα κοινωνικά πρότυπα των νεαρών τσιγγάνων είναι οι κοσμικοί και οι τηλεπερσόνες. Η εικόνα του γραφικού τσιγγάνου με την καμιονέτα αποτελεί παρελθόν. Τώρα στις γειτονιές των τσιγγάνων κυκλοφορούν πολυτελή κάμπριο, τζιπάρες και καγιέν.
Για να μειώσουν τους .επαγγελματικούς  κινδύνους, οι τσιγγάνοι χρησιμοποιούν τα ίδια τους τα παιδιά. Έτσι είναι κανόνας να πουλάνε τις ουσίες στους χρήστες ανήλικα παιδιά, υπό τη διακριτική επίβλεψη των γονιών τους, στους οποίους φυσικά, καταλήγουν οι εισπράξεις.
Για την ελαχιστοποίηση των κινδύνων οι τσιγγάνοι μετέρχονται κι άλλα τεχνάσματα. Αποκόπτουν διάφορες περιοχές και τις μετατρέπουν σε γκέτο, ώστε να αποφεύγουν τους ανεπιθύμητους και να προσφέρουν καλή δικαιολογία στις διωκτικές αρχές, οι οποίες το μόνο που κάνουν είναι να επικαλούνται αδυναμίες και προβλήματα που τους εμποδίζουν να στείλουν τους έμπορους του θανάτου στο δικαστήριο.
Να αναφέρουμε, παρεμπιπτόντως, την πιο αγαπημένη δικαιολογία των διωκτικών αρχών. «Τους συλλαμβάνουμε και ο εισαγγελέας τους χαρακτηρίζει χρήστες και τους αφήνει ελεύθερους», λένε στους δημοσιογράφους και στους εκπροσώπους των μαζικών φορέων.
Το πως οι τσιγγάνοι αποκόπτουν συνοικίες ολόκληρες από τον έξω κόσμο και τις μετατρέπουν σε γκέτο είναι γνωστό. Καταστρέφουν τους δρόμους και τους κάνουν απροσπέλαστους, χρησιμοποιούν βία σε όποιον είναι ανεπιθύμητος ή ύποπτος. Κάνουν πόλεμο νεύρων στους γείτονές τους και τους αναγκάζουν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους, πουλώντας τα στους ίδιους έναντι πινακίου φακής.
Πρόσφατα οι τσιγγάνοι δεν αρκούνται να μετατρέπουν σε γκέτο μεμονωμένες συνοικίες. Επεκτείνουν τις γκρίζες ζώνες, χρησιμοποιώντας το όπλο της ασυδοσίας που τους προσφέρει απλόχερα η Πολιτεία. Όπου ο πληθυσμιακός συσχετισμός δεν τους ευνοεί, χρησιμοποιούν τα μπλόκα, στην προσπάθειά τους να επιβάλουν το νόμο της ζούγκλας.
Απέναντι σε αυτή την τακτική, το κράτος μένει αδιάφορο. Δέσμιο της πελατειακής του λογικής αποφεύγει να δυσαρεστήσει τους τσιγγανοπατέρες που διαθέτουν μαύρο χρήμα και πολιτική επιρροή. Τα προγράμματα κοινωνικής ένταξης των τσιγγάνων είναι ελάχιστα και τα καρπώνονται οι τσιγγανοπατέρες, οι οποίοι έχουν πληροφόρηση και πρόσβαση στην εξουσία. Πίσω από αυτούς κρύβονται συνήθως και οι  μη κυβερνητικές οργανώσεις, που χρησιμοποιούν τους τσιγγάνους για να λυμαίνονται τα κρατικά ή κοινοτικά προγράμματα πρόνοιας και κοινωνικής ένταξης.
Έτσι, χωρίς την αναγκαία πολιτική βούληση, η κοινωνική ένταξη των τσιγγάνων έχει αφεθεί στον μέλλοντα χρόνο. Στην πραγματικότητα η απομονωμένη και κλειστή τσιγγάνικη κοινωνία δεν έχει καμιά διάθεση για ανοίγματα, πολύ περισσότερο γιατί, όπως προαναφέρθηκε, έχει στηρίξει τον βιοπορισμό της στην ύπαρξη του γκέτο.
Η τακτική της τοπικής αυτοδιοίκησης δε διαφέρει πολύ. Οι υποψήφιοι Δήμαρχοι θέλουν τις ψήφους, αλλά όχι τους τσιγγάνους στους συνδυασμούς τους. Φυσικά υπάρχουν συνειδητοποιημένοι τσιγγάνοι που δηλώνουν περήφανοι για την καταγωγή τους και αγωνίζονται να προβάλουν υγιή πρότυπα στην κοινωνία των ROMA. Πολλοί από αυτούς έχουν σπουδάσει και ζητούν να κάνουν το ίδιο και τα παιδιά των τσιγγάνων. Όμως αυτά που υποστηρίζουν δεν έχουν απήχηση στους ομόφυλούς τους. Αναπόφευκτα η εκλογική τους επιρροή είναι μικρή, με αποτέλεσμα να μην παίρνουν το ρίσκο να τους βάλουν στους συνδυασμούς οι υποψήφιοι Δήμαρχοι, αφού ο λόγος του κόστους προς το όφελος, δηλαδή ο δείκτης πολιτικής ωφελιμότητας είναι πολύ μικρός.
Το μόνο βέβαιο είναι ότι όλοι οι εμπλεκόμενοι στο μεγάλο αυτό ζήτημα, πρέπει να αφήσουν, κατά μέρος, τις ιδεοληψίες και να αντικρίσουν κατάματα την πραγματικότητα. Σαφώς και πρέπει να αντιμετωπισθούν τα κοινωνικά αίτια, που προκαλούν την αυξημένη παραβατικότητα των τσιγγάνων. Σαφώς πρέπει να υπάρξουν κοινωνικά προγράμματα που θα συμβάλλουν στην κοινωνική τους ένταξη. Όμως, ταυτόχρονα, πρέπει η Πολιτεία να αποδείξει ότι έχει την πολιτική βούληση να ελέγξει την παραβατικότητα και κυρίως το εμπόριο ναρκωτικών και όπλων. Ότι θα σταματήσει να συνδιαλέγεται με τους τσιγγανοπατέρες που το μόνο που επιδιώκουν είναι η διαιώνιση του μεσολαβητικού τους ρόλου.
Και μη βιαστείτε να πείτε ότι η πολιτική βούληση είναι δεδομένη. Αν υπήρχε πολιτική βούληση, τα πράγματα θα είχαν αλλάξει και δεν θα χρησιμοποιούσαν οι εκάστοτε κυβερνήσεις, τα αντιρατσιστικά τσιτάτα ως πρόσχημα για να μην κάνουν τίποτα, αφήνοντας τις γειτονιές του Μενιδίου, των Άνω Λιοσίων, του Ζεφυρίου και του Ασπροπύργου να μετατρέπονται σε γκέτο για να κάνουν χρυσές δουλειές, ανενόχλητοι, οι τσιγγάνοι.
Είναι καιρός να σταματήσει το παιγνίδι κάποιων κυρίων, που θυσιάζουν τη ζωή, τη σωματική ακεραιότητα και την περιουσία των κατοίκων που ζουν στις περιοχές που γκετοποιούνται, για να αποκομίζουν βρώμικο χρήμα μέσα από το εμπόριο των ναρκωτικών και των όπλων, στο οποίο επιδίδονται οι τσιγγάνοι.
Κλείνουμε με μια, ίσως αυθαίρετη, αλλά ενδεχομένως χρήσιμη παρατήρηση για το μέλλον. Οι διασυνδέσεις των αντιεξουσιαστών με τους τσιγγάνους προβληματίζουν, εξίσου, με τις διασυνδέσεις της αστυνομίας και με τους δύο αυτούς χώρους. Με άλλα λόγια κοινός τόπος των τσιγγάνων και των αντιεξουσιαστών είναι η αστυνομία, με την οποία και οι δύο ομάδες διατηρούν σχέσεις μίσους. Μόνο που η ζωή έχει αποδείξει ότι το μίσος είναι πολύ κοντά στον έρωτα... 



0 comments:

Δημοσίευση σχολίου